Συνέντευξη στον Κώστα Αλεξάκη, Συνέντευξη στον Γιώργο Αποστολάκη

Κώστας Μουντάκης (ομιλία), Κώστας Αλεξάκης (ομιλία), Γιώργος Αποστολάκης (ομιλία)

ΣΤΟΙΧΕΙα τεκμηριου

ΤΙΤΛΟΣ:

Συνέντευξη στον Κώστα Αλεξάκη, Συνέντευξη στον Γιώργο Αποστολάκη

Αναγν. Κωδικοσ:

aga_tape_T083_03

Ημερομηνία:

3 Ιουνίου 1986

ΔΙΑΡΚΕΙΑ:

08’13”

ΤΟΠΟΣ:

Στούντιο ηχογραφήσεων Πανεπιστημίου Κρήτης

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ:

Παραδοσιακή μουσική της Κρήτης

ΕΚΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Κώστας Μουντάκης (ομιλία), Κώστας Αλεξάκης (ομιλία), Γιώργος Αποστολάκης (ομιλία)

ΓΛΩΣΣΑ:

Ελληνικά

ΑΔΕΙΑ:

cc

ΤΥΠΟΣ ΠΡΩΤΟΤ. ΑΡΧΕΙΟΥ:

ΤΑΡΕ

ΘΕΣΗ ΠΡΩΤΟΤ. ΑΡΧΕΙΟΥ:

Εργαστήριο ΘΕΚΙΜΣ

ΤΥΠΟΣ:

Ηχογράφηση

Απομαγνητοφώνηση Κώστας Μουντάκης: Είναι ο αγαπητός φίλος Αλεξάκης, ίσως ο μοναδικός κι ο τελευταίος που έχει μείνει στη περιφέρεια ασκομπαντουρίστας. Με πάρα πάρα πολύ…

– Κώστας Αλεξάκης: Ευχές…

– Κ.Μ.: Πάρα πολύ ανεπτυγμένο το παρελθόν του. Θυμάσαι το Μπαντούρη, τόνε θυμάσαι, στη Λαγκά;

– Κ.Α.: Όχι δεν τόνε θυμούμαι.

– Κ.Μ.: Τον Στουμπούρη όμως τόνε θυμάσαι.

– Κ.Α.: Α, το νονό μου! Ο Στουμπούρης με βάφτισε εμένα!

– Κ.Μ.: Ναι, ε;

– Κ.Α.: Ε βέβαια! Ο Στρουμπούρης ο Στυλιανός μ’ έχει εμένα βαφτίσει.

– Κ.Μ.: Και τον αδερφό μου, το Μανόλη.

– Κ.Α.: Ντα όντεν επόθανε, επήγαμενε, οι φιλιότσοι, επήγαμε δα …. 30 άτομα και τω λέω παιδιά, ούτε γαμπρούς, ούτε γιους, ούτε νυφάδες, θα τόνε πάρουνε τα κοπέλια του τα γνήσια να τόνε πάνε στο νεκροταφείο.

– Κ.Μ.: Μπράβο, μπράβο..

– Κ.Α.: Ούλοι οι φιλιότσοι να μπούνε μέσα τόνε φωνιάζω! Και μπαίνουνε ούλοι, μέσα και τόνε πήγαμενε. Το μόνο πράγμα που στεναχωρήθηκα Κωστή, που είδα και ήτονε μάστορας, και δεν είχενε δικό του μνήμα καμωμένο!

– Κ.Μ.: Ναι, ναι…

– Κ.Α.: Τόνε βάλαμε στο κοινοτικό… το άτιμο πώς στενοχωρέθηκα!

– Κ.Μ.: Αυτός ήτονε ένας, μπορώ να πω, ένας άτυχος άνθρωπος…. πολύ άτυχος… είχενε ίσως, ίσως, δεν είχε καλή συντροφιά…

– Κ.Α.: Ναι…

– Κ.Μ.: Ναι, κάτι τέτοιο… Εν πάση περιπτώσει, αυτά είναι πράγματα του παρελθόντος, αλλά ήταν ένας ωραίος καλλιτέχνης.

– Κ.Α.: Δε λες πράμα!

– Κ.Μ.: Πάρα πολύ ωραίος!

– Κ.Α.: Τα πεντοζαλάκια του, τη σούστα του και τον καστρινό του, τον παίζανε λίγοι! Κι ήτονε κι ο μπαντούρης απου λες…γροίκουνε για το Μπαντούρη, αλλά έπαιζενε ωραίες κοντυλιές, τα πεντοζαλάκια του… πολλές φορές να πούμε ήρχουντονε στο χωριό, να σου πω μια περίπτωση, εστεφανώθηκα και δε τόνε κάλεσα, να με στεφανώσει… ήρθενε στου Πετρακομανόλη κι έχτισε τη φάμπρικα. Κι εσάξανε τα μηλαράκια, τα εσάξανε όλα μαζί με τον Ορφανό το Γιώργη, λέω ναι άντε στο σπίτι λέει να ’ρθώ θέλει, εντέλει δεν εποφάσισε να ‘ρθει. Έβγαινε, κι ύστερα ξανά ’ρθε πάλι και του σάζανε εκειά πάλι του Πετρακομανόλη είχενε χαλάσει η φάμπρικα κι ήρθανε… και του λέω να ’ρθεις εδά να πάμε στο σπίτι, του λέω; Μου λέει, να ’ρθώ θέλει! Επιτέλους θα ’ρθω μου λέει. Εσηκώθηκε και ήρθενε και σε οχτώ μέρες επόθανε! Και λέω ντά … καλλιά μωρέ να μην έρθεις καθόλου!

– Κ.Μ.: Αυτός ήτανε φιλότιμος άνθρωπος.

– Κ.Α.: Ναι.

– Κ.Μ.: Πολύ φιλότιμος…κι έπρεπε να πούμε κατά πώς φαντάζομαι εγώ, έπρεπε να ’ρθει όπως έπρεπενε.

– Κ.Α.: Όχι, δεν ήταν όπως έπρεπενε… όι!

– Κ.Μ.: Κάτι τέτοιο..

– Κ.Α.: Όχι! Αυτός είχε τσατιστεί επειδή δεν τον εκάλεσα να με στεφανώσει!

– Κ.Μ.: Ναι…

– Κ.Α.: Τούτονα ήτονε…κι ύστερα του λέω του νονού μου, νονέ, δεν είναι από δικό μου …του συντέκνου σου να τα κάνεις τα παράπονα, εγώ…του λέω δεν έκανα κουμάντο…εγώ εστεφανώθηκα βρε Γιώργη το 1935, τις 20 του Γενάρη κι ήμουνα 18 χρονώ, η γυναίκα ήτονε 15, κοπέλια! Και μας εφέρανε επαέ στη μικρή Παναγία και μας εστεφάνωσε ο παπά Γρηγόρης. Λέει του μακαρίτη του πατέρα μου, βρε του λέει Νικολή, κοπέλια μού ’φερες επαέ να στεφανώσω; Ναι λέει, κοπέλια σου φέραμέστονε, από κειά ………..

– Κ.Μ.: Ναι, ναι…

– Κ.Α.: Λέει δώσε ένα εικοσιπεντάρικο και υπόγραψε, δίνω κι εγώ ένα εικοσιπεντάρικο και υπογράφω, ε…

– Κ.Μ.: Μάλιστα. Βαγγέλη έλα να πάρεις μια φωτογραφία, τίποτε…

aga_tape_T083_03 β). Από το 3΄53΄΄ έως το 8΄13΄΄.

Εκτελεστές: Κώστας Μουντάκης (ομιλία), Γιώργος Αποστολάκης (ομιλία).

Τίτλος: Συνέντευξη στον Γιώργο Αποστολάκη.

Απομαγνητοφώνηση Κώστας Μουντάκης: Βρισκόμαστε στο στούντιο του Πανεπιστήμιου Κρήτης, στο Ρέθυμνο, με τον αγαπητό μου φίλο από το Χάρακα Γιώργο Αποστολάκη.

– Γιώργος Αποστολάκης: Ευχαριστώ πολύ.

– Κ.Μ.: Γιώργης Αποστολάκης του…

– Γ.Α.: Μιχαήλ.

– Κ.Μ.: Του Μιχάλη.

– Γ.Α.: Και τση Διαμάντας.

– Κ.Μ.: Και τση Διαμάντως. Παίζει μαντολίνο… Από πόσο καιρό, από πόσο χρονώ παίζεις;

– Γ.Α.: Άμα ήφηκα το σχολειό 15 χρονώ, αρχίνισα κι έπαιζα λύρα.

– Κ.Μ.: Λύρα έπαιζες πρώτα;

– Γ.Α.: Λύρα. Κι έπαιζα, επήγα στρατιώτης και γύρισα και παντρεύτηκα. Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, τη βραδιά που κηρύχτηκε ο πόλεμος την έκλεψα, διότι ήμουν ένοχος.

– Κ.Μ.: Το 1940;

– Γ.Α.: Το 1940 την ειδοποιώ με ένα πρώτο της ξάδερφο, έλα γιατί θα σε πάρω. Ήρθε κι αυτή γιατί μ ’αγαπούσε και πήρε και το πιστόλι του πατέρα της, τον τσιφτέ. Ήτον ανάποδος ο πατέρας της.

– Κ.Μ.: Ναι, τα μουσικά σου βιώματα από πού τα άκουσες, από κει από τη περιφέρειά σου;

– Γ.Α.: Από την περιφέρειά μου, από τον Φουστάνη, τον Προβατίνη, τον Αντισκαριανό που ερχότανε τότε στα παλιά τα χρόνια…

– Κ.Μ.: Το Σταυρουλάκη το Γιώργη..

– Γ.Α.: Το Σταυρουλάκη το Γιώργη, ναι από κει τώρα, όλους στις καρέκλες ήστεκα και με θωρούσανε κι ελέγανε, ήρθε πάλι ο νεαρός.

– Κ.Μ.: Αυτός ήπαιζενε βιολί ο Σταυρουλάκης;

– Γ.Α.: Όχι, στην αρχή έπαιζε λύρα, όντε τον εγνώρισα εγώ… εγώ με βιολί δε τον γνώρισα, μόνο που τον ακούω τώρα. Τα χρόνια τα παλιά…

– Κ.Μ.: Παίζανε λύρα εκεί;

– Γ.Α.: Λύρα.

– Κ.Μ: Δηλαδή τα παλιά λυράκια ή βιολόλυρες;

– Γ.Α.: Βιολόλυρες, δεν είχενε λύρες ετσανά σα και τσι δικέ μας, βιολόλυρα είχε κι ο Σταυρουλάκης. Κι ο Φουστάνης, όι ο Φουστάνης δεν είχενε, είχε μια σαν αυτή που έχεις τώρα.

– Κ.Μ.: Ναι.

– Γ.Α.: Κι ο Προβατίνης, τον εθυμάσαι εσύ το Προβατίνη;

– Κ.Μ.: Όχι δε τους θυμάμαι αυτούς… αυτοί ήτανε ωραίοι καλλιτέχνες.

– Γ.Α.: Της εποχής…

– Κ.Μ.: Ο Προβατίνης ζει ακόμη θαρρώ πως…

– Γ.Α.: Ζει αλλά είναι κει …..

– Κ.Μ.: Ναι… οι άνθρωποι αυτοί ήταν μεγάλοι μουσικοί, λαϊκοί μουσικοί εννοώ…γιατί…

– Γ.Α.: Της εποχής εκείνης. Εγώ Κώστα μου εξακολουθώ και το λέω, αν έλειπε ο κύριος Μουντάκης κι ο Ασκορδαλός από τη από δω μπάντα, απ’ τσι κοφτές, η κρητική μουσική θελα να ‘χει διαλύσει. Αυτό το λέω εγώ πάντοντε και συμφωνούνε μαζί μου όλοι!

– Κ.Μ.: Να ΄σαι καλά. Λοιπόν, μαντολίνο έμαθες από πόσο χρονώ;

– Γ.Α.: Μου βαστούσανε πάσο με μαντολίνο. Απίς επαντρεύτηκα κι ήφυγα, εγιάγυρα από το πόλεμο, δε μ’ αφήνανε να κοιμηθώ, εγώ… να πα να θέσω με τη γυναίκα, σήκω! Και σκέψου τώρα για να δώσεις τη λύρα να την επαρετήσεις, ήντα ζόρε είδα!

– Κ.Μ.: Ναι…

– Γ.Α.: Αή στο διάλο… λέω κανενούς παρανυχιανού, του Γιώργη και παίζει τώρα λύρα.

– Κ.Μ.: Για να ησυχάσεις δηλαδή;

– Γ.Α.: Ναι και είχα τριάντα χρόνια που δεν έχω λύρα, τριανταπέντε. Προ τρία τέσσερα χρόνια μου ‘δωκε ο Καδιανάκης μια και τση βάλω ένα καπάκι μου …. τοσές…και παίζω. Εδά επήρα μιαν άλλη από δω πέρα.

– Κ.Μ.: Μάλιστα.

– Γ.Α.: Και επανήλθε για τη λύρα… αλλά το μαντολίνο, δεν εμπόρου να κάνω με δίχως όργανο. Να μη τ’ αξιώσει τ’ ανθρώπου, δεν είναι ανάγκη να το λέω εγώ εσένα, να ξέρεις όργανο και να το παρετήσεις. Ο τσιγάρος παρατιέται, το όργανο δε παρατιέται!

– Κ.Μ.: Μάλιστα.

– Γ.Α.: Κι αναγκάστηκα και πήρα το μαντολίνο κι έμαθα το μαντολίνο.

– Κ.Μ.: Ωραία. Άλλοι παίζανε το μαντολίνο εκεί πέρα πρώτα, πριν από σένα;

– Γ.Α.: Όχι, όχι, μαντολινάρηδες δεν είχαμε μόνο ένας από τσι Αρχάνες απου ερχότανε και κάναμε παρέα και μου βάσταε πάσο κι ήπαιζε ωραίο μαντολίνο..

– Κ.Μ.: Ναι.

– Γ.Α.: Γιατί κι εγώ τότε σας ήπαιζα, τώρα δε μπορώ να παίξω, μου βαστούσανε πάσο αυτοί οι καλλιτέχνες κι από κει συν τω χρόνω… εμπαντίδισα τη λύρα, επήρα ένα μαντολίνο…

Μετάβαση στο περιεχόμενο