Συνέντευξη

Γιώργος Αμαργιανάκης, Παντελής Μπαριταντωνάκης

ΣΤΟΙΧΕΙα τεκμηριου

ΤΙΤΛΟΣ:

Συνέντευξη

Αναγν. Κωδικοσ:

aga_tape_T024_02

Ημερομηνία:

3 Ιουνίου 1986

ΔΙΑΡΚΕΙΑ:

03’16”

ΤΟΠΟΣ:

Στούντιο ηχογραφήσεων Πανεπιστημίου Κρήτης

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ:

Κρητική παραδοσιακή μουσική

ΕΚΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Γιώργος Αμαργιανάκης, Παντελής Μπαριταντωνάκης

ΓΛΩΣΣΑ:

Ελληνικά

ΑΔΕΙΑ:

cc

ΤΥΠΟΣ ΠΡΩΤΟΤ. ΑΡΧΕΙΟΥ:

ΤΑΡΕ

ΘΕΣΗ ΠΡΩΤΟΤ. ΑΡΧΕΙΟΥ:

Εργαστήριο ΘΕΚΙΜΣ

ΤΥΠΟΣ:

Ηχογράφηση

Απομαγνητοφώνηση:

– Γιώργος Αμαργιανάκης: Παντελή είσαι από την Ανατολή Ιεραπέτρας.

– Παντελής Μπαριταντωνάκης: Ναι.

– Γ. Α.: Εκεί γεννήθηκες.

– Π. Μ.: Ναι, γεννήθηκα στην Ανατολή.

– Γ. Α.: Πότε;

– Π. Μ.: Το 1912.

– Γ. Α.: Από πότε άρχισες να παίζεις βιολί;

– Π. Μ.: Άρχισα να παίζω… από… λύρα ήπιασα 2 χρόνια.

– Γ. Α.: Α, έπαιζες πρώτα λύρα;

– Π. Μ.: Ανάμιση χρόνο στην ακρίβεια, έπαιζα λύρα… μετά δε μ’ άρεσε η λύρα, έβλεπα άλλους να πούμε στην Γεράπετρο που ’χομε ένα δυό, παλιούς και παίζανε βιολί και μου μπήκε το βιολί στο αυτό… Μετά σκόλασα τη λύρα και πήρα βιολί κι ήπαιζα αμέσως. Από 14 – 15 χρονών ήπαιζα βιολί.

– Γ. Α.: Δηλαδή παλιότερα στην Ανατολή έπαιζαν λύρα ή βιολί; Πριν από σένα έπαιζαν λύρα ή βιολί;

– Π. Μ.: Λύρα.

– Γ. Α.: Λύρα. Και τη  λύρα πώς τη συνόδευε;

– Π. Μ.: Είχαμε δυο παλιούς και παίζανε λύρα αλλά…

– Γ. Α.: Θυμάσαι κανέναν από αυτούς πώς τους λέγανε;

– Π. Μ.: Ο Γιώργης Φεργαδάκης, ένας, και Αμαργιανάκης Ιωάννης, δυο, και Κοσιδεκάκης Γιώργης, τρεις.

– Γ. Α.: Τη λύρα αυτή πώς τη συνόδευαν; Είχε λαούτο; Είχε κιθάρα;

– Π. Μ.: Με νταούλι, με νταούλι, με τύμπανο.

– Γ. Α.: Και ποιος το έπαιζε το τύμπανο;

– Π. Μ.: Το τύμπανο το έπαιζε ένας Νικολής Αγγελάκης… σχεδόν αυτός σε όλη τη σεζόν να πούμε στα παλιά χρόνια, ήπαιζε αυτός το τύμπανο.

– Γ. Α.: Πώς το λέγανε νταούλι ή τύμπανο;

– Π. Μ.: Νταούλι.

– Γ. Α.: Και δε μου λες, το φτιάχνανε μόνοι τους το νταούλι;

– Π. Μ.: Ναι, μόνοι τους. Βρίσκανε ένα κοσκινόξυλο από αυτά που κάνουν τα κόσκινα και βάνανε προβιά.

– Γ. Α.: Και από τις δυο μεριές;

– Π. Μ.: Ναι και από τις δυο μεριές προβιά.

– Γ. Α.: Και πώς το παίζανε;

– Π. Μ.: Το παίζανε με δυο ξύλα και είχενε το ξύλο να πούμε… ήτανε 20 25 πόντους 30 το πολύ και είχανε στην ομπρός μεριά, και είχε ένα πιο χοντρό …

– Γ. Α.: Πάλι από ξύλο;

– Π. Μ.: Πάλι από ξύλο, βέβαια, μονοκόμματο, τα νταουλόξυλα που λέγαμε εμείς τότε… μονοκόμματο και ήπαιζε νταούλι… αλλά ήτονε ωραία.

– Γ. Α.: Λαούτο ή κιθάρα δεν υπήρχε;

– Π. Μ.: Δεν υπήρχε τίποτα.

– Γ. Α.: Ούτε μαντολίνο;

– Π. Μ.: Μαντολίνο μετά, μετά. Μετά που ήπιασα εγώ το βιολί και άρχιξα την καριέρα του βιολιού, μαθητάρι τότες σας και μάθαινα, τότες σας ήρθανε μαντολίνα.

– Γ. Α.: Και  δε μου λες, στην Ιεράπετρα είπες ότι έπαιζαν δυο βιολί.

– Π. Μ.: Ναι.

– Γ. Α.: Ποιοί ήταν αυτοί;

– Π. Μ.: Αυτός ήτανε ένας Κορνάρος …  Κορνάρος … ποιός ήταν ο άλλος …κι ήτονε και ο Γιάννης ο τυφλός από το Σταυροχώρι της Σητείας, κι ερχόταν στη Γεράπετρο τακτικά τον είδα εγώ πολλές φορές κι ήπαιζε στη Γεράπετρο. Είχενε κι ένα θείο, Παπαχατζάκης λέγεται, αυτός ο αόματος. Είχε ένα θείο Παπαχατζάκη κι ήπαιζε στο μαγαζί του.

Μετάβαση στο περιεχόμενο